Thursday, 20 July 2017 06:02

Μεγάλη υπομονή και πολύ νερό ζητάει η καρυδιά για να δώσει

Πολλοί νέοι αγρότες και όχι μόνο, επιλέγουν να καλλιεργήσουν καρυδιές. Οι φυτείες καρυδιάς μεγαλώνουν στην ελληνική ύπαιθρο, από τα πεδινά της Πελοποννήσου έως τα ορεινά της Μακεδονίας, καθώς η ελλειµµατική παραγωγή, που καλύπτει µόνο περίπου τις µισές, από τις ετήσιες, ανάγκες κατανάλωσης της χώρας µας, δηµιουργεί συνθήκες, ώστε, υπό προϋποθέσεις, να πληρωθεί καλά ο παραγωγός.

Αίθουσα Σύνταξης

Το καρύδι χρειάζεται υποµονή και ρεαλιστικές προσδοκίες

Παρά τις καλές προοπτικές, ωστόσο, εκείνο που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής των δυνάµει ενδιαφερόµενων για το αντικείµενο, είναι ότι πρόκειται για µια καλλιέργεια µε µεσοµακροπρόθεσµο ορίζοντα απόδοσης.
Πρακτικά αυτό σηµαίνει ότι χρειάζεται υποµονή, καθώς η καρυδιά πριν φθάσει στο µέγιστο της απόδοσης της παραγωγικότητάς της και αρχίσει να επιστρέφει ένα ικανοποιητικό εισόδηµα στον παραγωγό, θα περάσει µια 10ετία από τη στιγµή της φύτευσής της. Κατά συνέπεια, είναι σώφρον η καλλιέργεια να επιλέγεται κυρίως ως συµπληρωµατική, παρά ως βασική εισοδηµατική πηγή για τον καλλιεργητή.

Στις επισηµάνσεις αυτές προχώρησε ο καθηγητής φυτικής παραγωγής και αγροτικού περιβάλλοντος στο τµήµα Γεωπονίας του Πανεπιστηµίου Θεσσαλίας Γεώργιος Νάνος, κατά την οµιλία του σε ηµερίδα που οργάνωσε ο ΕΛΓΟ ∆ήµητρα στη ∆ράµα, µε θέµα την καλλιέργεια της καρυδιάς.

Σύµφωνα µε στοιχεία που παρουσίασε ο επιστήµονας, σήµερα στην Ελλάδα έχουµε περί τα 2,2 εκατοµµύρια δέντρα καρυδιάς, ενώ η ετήσια παραγωγή σε ψίχα, που χρησιµοποιείται είτε για τη ζαχαροπλαστική, είτε ως ξηρός καρπός, φθάνει τους 21.000-22.000 τόνους και είναι ελλειµµατική, καθιστώντας τη χώρα µας µη αυτάρκη στο προϊόν.

Πόλος έλξης για τους καλλιεργητές

Το γεγονός, ωστόσο, ότι µεγάλες ποσότητες που καταναλώνουµε κάθε χρόνο, είναι από εισαγωγή, έχει καταστήσει την καρυδιά σε πόλο έλξης για πολλούς καλλιεργητές. «Γίνεται σκοτωµός. Η ζήτηση είναι 2-3 φορές µεγαλύτερη από ό,τι παράγουµε στα φυτώρια, τα οποία αναγκάζονται να εισάγουν από Τουρκία και Βουλγαρία εµβολιασµένα φυτά», λέει ο καθηγητής προσθέτοντας ότι «φυτεύουν παντού. Από τα δροσερά µέρη της Πελοποννήσου µέχρι τη Μακεδονία, αφού η καρυδιά, ανάλογα την ποικιλία, ευδοκιµεί σε όλη τη χώρα. Θα πρέπει, όµως, οι καλλιεργητές να έχουν κατά νου έναν µεγάλο κίνδυνο. Κάτω από -10οC ή -12oC, το δέντρο παγώνει και µπορεί να καταστραφεί».

Το κόστος εγκατάστασης είναι περίπου 300 ευρώ το στρέµµα, αφού το κάθε φυτό στοιχίζει γύρω στα 15 ευρώ και σε κάθε στρέµµα η φύτευση περιλαµβάνει το πολύ 15-20 δέντρα. Η στάγδην άρδευση, που θεωρείται απαραίτητη, όπως λέει ο κ. Νάνος, θα κοστίσει γύρω στα 50-100 ευρώ το στρέµµα κι από εκεί και πέρα πρέπει να υπολογιστούν και τα κόστη για την αντιµετώπιση των ζιζανίων, τον ψεκασµό και τη λίπανση.


Ασθένειες και εχθροί

Όσον αφορά τις ασθένειες που µπορεί να πλήξουν την καλλιέργεια καρυδιάς ο κ. Νάνος µας είπε πως η βασικότερη είναι ένα βακτήριο –πριν δύο χρόνια προκάλεσε µεγάλες ζηµίες στη Θεσσαλία- που χτυπά τα φύλλα, τους βλαστούς κλπ, το οποίο αντιµετωπίζεται κυρίως προληπτικά µε χαλκούς, ενώ υπάρχουν και άλλες που σχετίζονται µε τις ρίζες του φυτού. «Είναι ένα πρόβληµα που έχει να κάνει µε τα φυτά που αγοράζονται από όπου να είναι.

Μερικά έχουν άρρωστες ρίζες ήδη από τα φυτώρια», τόνισε και συµπλήρωσε πως µεγάλο πρόβληµα, επίσης, είναι ότι πολλές φορές η φύτευση γίνεται σε χωράφια που πριν είχαν χρησιµοποιηθεί για άλλες καλλιέργειες, για παράδειγµα για τοµάτες ή βαµβάκια, και τα εδάφη τους είναι µολυσµένα από ασθένειες, µε συνέπεια να καταστρέφεται το φυτό. Όσον αφορά στους εχθρούς, η καρπόκαψα είναι ο πιο σοβαρός, αλλά, όπως λέει ο κ. Νάνος, «αν ψεκάζεις 2µε 3 φορές το καλοκαίρι, έχοντας και κατάλληλες παγίδες, µπορείς να την αντιµετωπίσεις ικανοποιητικά χωρίς πολλά τρύπια καρύδια».

Υδροβόρα καλλιέργεια με ζωηρή αγορά

«Αν θέλεις να βγάλεις καλή παραγωγή πρέπει να αφιερώσεις φροντίδα στην καλλιέργεια. Η λίπανση µε άζωτο, ελάχιστοι ψεκασµοί, το κλάδεµα και το πότισµα -απαιτούνται γύρω στα 500 κυβικά µέτρα το χρόνο ανά στρέµµα, όταν η µηλιά κι η ροδακινιά είναι στα 300 κυβικά- είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις, ώστε να πετύχεις αυξηµένη απόδοση» επεσήµανε ο ειδικός επιστήµονας.



Εξήγησε δε, πως «όταν καλλιεργείς σωστά η πρώτη παραγωγή είναι από τον τρίτο χρόνο και στον πέµπτο φτάνεις στα 250 κιλά άσπαστο καρύδι το στρέµµα, ενώ στην 10ετία αγγίζεις τα 600-700 κιλά. Αντίθετα, στα φτωχά εδάφη που δεν περιποιούνται καλά, οι αποδόσεις στη δεκαετία περιορίζονται µόλις στα 200 κιλά το στρέµµα».

Εκτός από την αυξηµένη φροντίδα στην καλλιεργητική περίοδο, εξίσου σηµαντικό είναι να γίνει προσεκτικά και η µετασυλλεκτική διαχείριση. «∆εν θα πρέπει να τα αφήσουµε να ωριµάσουν πολύ, για να είναι άσπρη η ψίχα και ταυτόχρονα να τα ξηράνουµε γρήγορα και σωστά, µε ζεστό αέρα και όχι παρατηµένα στον ήλιο, για να αποφύγουµε την ποιοτική τους υποβάθµιση», εξήγησε ο καθηγητής και προειδοποίησε ότι «η ψίχα µπορεί να σαπίσει πολύ εύκολα, χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό.

Επίσης, ταγγίζει και βγάζει αφλατοξίνες, που είναι επικίνδυνες για την υγεία του ανθρώπου».
Ένα ακόµη µυστικό είναι ότι το καρύδι δεν µπορεί να διατηρηθεί σε απλές αποθήκες πάνω από 4-5 µήνες, που σηµαίνει ότι από το Μάρτιο και µετά πρέπει να διατηρηθεί σε ψυγείο, αν είναι άσπαστο, ενώ αν είναι σπασµένο πρέπει να ψυχθεί άµεσα.

Η ζήτηση κρατάει ψηλά τις τιμές

Η υπολειπόµενη προσφορά, πάντως, σε σχέση µε την υψηλή ζήτηση από την αγορά κρατά την τιµή σε ικανοποιητικά επίπεδα. «Στο Μοδιάνο, στη Θεσσαλονίκη, η τιµή στα άσπαστα καρύδια, κυµαίνεται στα 4-5 ευρώ και µάλιστα για κακής ποιότητας καρύδια. Εποµένως, αν οι παραγωγοί πουλήσουν κάτω από 2 ευρώ το κιλό είναι ανοησία», ανέφερε ο καθηγητής. ∆ίδοντας κάποια περισσότερα στατιστικά στοιχεία για τις τιµές του προϊόντος, τόνισε ότι το καλιφορνέζικο καρύδι στην ελληνική αγορά, σε προσφορά κινείται στα 6,5 ευρώ το κιλό για το άσπαστο. Αντίστοιχα, την εισαγόµενη ψίχα τη βρίσκει κανείς πάνω από 8 ευρώ και την ελληνική πάνω από 10-12 ευρώ, που σηµαίνει, όπως λέει ο κ. Νάνος πως «ο παραγωγός πρέπει να πουλήσει τουλάχιστον 5 ευρώ το κιλό».

Κατά τον συνοµιλητή µας οι τιµές θα µπορούσαν να είναι ακόµη καλύτερες για τον αγρότη, εάν υπήρχαν οργανωµένες οµάδες παραγωγών. «Στο καρύδι και στο αµύγδαλο οι αγρότες είναι ανοργάνωτοι και συνήθως οι έµποροι τους παίρνουν την παραγωγή όσο – όσο, για να ανεβάσουν, µετά, την τιµή δύο και τρεις φορές πριν φθάσει το προϊόν στον καταναλωτή» υποστήριξε, προσθέτοντας πως µε τέτοιου τύπου σχήµατα οι παραγωγοί µπορούν, επίσης, να αξιοποιήσουν και πόρους από κοινοτικά προγράµµατα.

Καλή επιλογή για συµπληρωµατικό εισόδηµα

Ο οµιλητής, πάντως, κρίνει ότι η καρυδιά θα πρέπει να αξιοποιείται ως συµπληρωµατική καλλιέργεια. «∆εν θα έλεγα ποτέ σε έναν αγρότη, που έχει µόνο 50 στρέµµατα γης, να τα βάλει όλα καρύδι, διότι ναι µεν µπορεί µετά τη δεκαετία η επένδυσή του αυτή να του εξασφαλίζει ένα εισόδηµα και να ζει σχετικά άνετα, αλλά στα πρώτα δέκα έτη τί θα κάνει;», υπογράµµισε χωρίς περιστροφές ο καθηγητής και έφερε ως παράδειγµα παραγωγούς στη Θεσσαλία, «νέοι άνθρωποι τους οποίους παρακολουθώ, που διαθέτουν από περίπου 200-300 στρέµµατα γης, αλλά από αυτά φυτεύουν µόνο τα 50-100 στρέµµατα καρυδιά, ώστε από τις άλλες καλλιέργειές τους να βγάζουν το βασικό εισόδηµα. Μόνο έτσι συµφέρει».

 

Ad Content Two
Copyright © 2017 agroscience.gr. Design and development by Web Artistic